Η μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας μας είναι αναμφίβολα άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξέλιξη των παραγωγικών κλάδων της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ.[1], κατά το έτος 2021, απασχολήθηκαν, σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, 881.631 άτομα (28.710 ως μόνιμοι και 852.921 ως εποχικοί εργάτες), με τους περισσότερους μόνιμους εργάτες να εντοπίζονται στην Κεντρική Μακεδονία (6.496) και τους περισσότερους εποχικούς στη Δυτική Ελλάδα (180.261).

Στην κτηνοτροφία, η «κατάταξη», ανάλογα με τον αριθμό ζώων ανά περιφέρεια, έχει ως ακολούθως:

  • στα βοοειδή προηγείται η Κεντρική Μακεδονία (153.772), με τη Θεσσαλία να έρχεται δεύτερη (120.276),
  • στα προβατοειδή και στα αιγοειδή πρώτη και με μεγάλη διαφορά είναι η Κρήτη (1.973.499 προβατοειδή και 542.896 αιγοειδή), την οποία ακολουθεί η Δυτική Ελλάδα (1.287.840 προβατοειδή και 382.132 αιγοειδή), ενώ
  • στα χοιροειδή την πρωτιά διατηρεί η Ήπειρος (142.081) και έπεται η Θεσσαλία (110.796).

Η διαμόρφωση του ζωικού κεφαλαίου από την άλλη, από το έτος 1991 έως και σήμερα, ποικίλλει, καθώς, παρότι υφίσταται σημαντική μείωση σε χοίρους και αίγες, κατά 31% σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αντίθετα, ο αριθμός των βοοειδών, προβάτων και κυψελών μελισσών εμφανίζει άνοδο, κατά 31%, 3% και 61% αντίστοιχα.

Από πλευράς παραγωγής, βάσει στοιχείων του έτους 2022, τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνει η παραγωγή γάλακτος (1.880 σε χιλ. τόνους), ακολουθεί δε, το κρέας (421 σε χιλ. τόνους), το τυρί (131 σε χιλ. τόνους) και το μέλι (28 σε χιλ. τόνους). Έτσι, παρά την μεταβολή στο ζωικό κεφάλαιο, η παραγωγή συγκρατήθηκε, καθώς, σε διάστημα τριακονταετίας (1991-2022), η παραγωγή σε κρέας και τυρί μειώθηκε μόλις κατά 16% και 15,5% αντίστοιχα, η παραγωγή σε γάλα παρουσίασε οριακή αύξηση, ενώ η παραγωγή σε μέλι διπλασιάστηκε.

Στη γεωργική παραγωγή και ειδικότερα στην ταξινόμηση των πλέον δημοφιλών γεωργικών προϊόντων, σταθερά πρώτο παραμένει το σιτάρι (με 1.211 σε χιλ. τόνους για το έτος 2022). Μεταβολές υπάρχουν στη δεύτερη θέση, καθώς, ενώ το 1991 κυριαρχούσε η παραγωγή πορτοκαλιών, από το 2001 και έπειτα δεσπόζει η παραγωγή βαμβακιού, με την παραγωγή πορτοκαλιών να ακολουθεί στην τρίτη θέση. Η παραγωγή μούστου και ελαιόλαδου παραμένει σε αξιόλογα επίπεδα (μούστος 251 σε χιλ. τόνους και ελαιόλαδο 248 σε χιλ. τόνους, για το έτος 2022), ενώ ουραγοί στην παραγωγή είναι τα λεμόνια ο καπνός.

Η συγκράτηση της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής σε ικανοποιητικά επίπεδα σε σχέση με το παρελθόν, δεν πρέπει να αποτελεί στοιχείο επανάπαυσης. Απεναντίας, λαμβάνοντας υπόψη την βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό των μέσων παραγωγής, η διατήρηση του βηματισμού του παρελθόντος, ουσιαστικά μεταφράζεται σε τρέχουσα υστέρηση. Προφανώς, το ζήτημα της αγροκτηνοτροφικής παραγωγής είναι πολύ πιο σύνθετο από την επάρκεια των πόρων ή / και την ορθολογική διαχείρισή τους. Καθώς άλλωστε εμπλέκεται πρωτογενώς ο ανθρώπινος παράγοντας, η κινητροδότηση των απασχολούμενων στην γεωργία και την κτηνοτροφία, αναμφισβήτητα θα πρέπει να έχει μια θέση στην ατζέντα.

[1] ΕΛ.ΣΤΑΤ., στο Ελλάς με Αριθμούς, «Γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία», Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2024.

* Της Αικατερίνης Γανίδη, Δικηγόρου Παρ’ Αρείω Πάγω

** Δημοσιεύτηκε στην έντυπη μορφή της εφημερίδας Ελευθερία το Σάββατο 6 Απριλίου 2025