Η τεχνητή νοημοσύνη αναμφίβολα «εισβάλλει» ολοένα και περισσότερο στη ζωή μας και την καθημερινότητά μας. Ο ενωσιακός νομοθέτης, ήδη από τον Ιούλιο του 2024, έθεσε τους βασικούς κανόνες για τη χρήση τεχνολογιών Τεχνητής Νοημοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεσπίζοντας τον «Κανονισμό (Ε.Ε.) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου της 13ης Ιουνίου 2024 για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και την τροποποίηση των κανονισμών (Ε.Κ.) αριθ. 300/2008, (Ε.Ε.) αριθ. 167/2013, (Ε.Ε.) αριθ. 168/2013, (Ε.Ε.) 2018/858, (Ε.Ε.) 2018/1139 και (Ε.Ε.) 2019/2144 και των οδηγιών 2014/90/ΕΕ, (Ε.Ε.) 2016/797 και (Ε.Ε.) 2020/1828 (κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη)».

Ο κανονισμός αυτός, του οποίου η έναρξη εφαρμογής τοποθετείται στις 2 Αυγούστου 2026, με ορισμένες από τις διατάξεις του, ωστόσο, να τίθενται σε εφαρμογή νωρίτερα, ήδη από τις 2 Φεβρουαρίου 2025, σχηματικά, διακρίνει τις δραστηριότητες -σε σχέση με τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης- σε:

(α) απολύτως απαγορευμένες,

(β) υψηλού κινδύνου,

(γ) περιορισμένου κινδύνου και

(δ) ελάχιστου κινδύνου.

Η δικαιοσύνη, σύμφωνα με τον κανονισμό, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, αυτή των δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου μεν, στην οποία, όμως, η τεχνητή νοημοσύνη δύναται να έχει σημαντική συνεισφορά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ενωσιακός νομοθέτης -πέραν της δικαιοσύνης- αναγνωρίζει τη συνεισφορά της τεχνητής νοημοσύνης, τόσο σε επιχειρηματικό όσο και σε κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο, σε ένα ευρύτατο πλήθος δραστηριοτήτων, και συγκεκριμένα, στην υγειονομική περίθαλψη, τη γεωργία, την ασφάλεια των τροφίμων, την εκπαίδευση και κατάρτιση, τα μέσα ενημέρωσης, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό, τη διαχείριση υποδομών, την ενέργεια, τις μεταφορές και την εφοδιαστική αλυσίδα, τις δημόσιες υπηρεσίες, την ασφάλεια, την αποδοτικότητα των πόρων και την ενεργειακή απόδοση, την περιβαλλοντική παρακολούθηση, τη διατήρηση και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων, καθώς και τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σε αυτήν (αιτιολογική σκέψη 4 του Κκανονισμού). Παράλληλα, δεν παραβλέπει τους κινδύνους που εγκυμονεί η αυξημένη ή ανορθόδοξη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης τόσο ως προς το δημόσιο συμφέρον όσο και ως προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται από το δίκαιο της Ένωσης.

Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η τεχνητή νοημοσύνη εύκολα μπορεί να «ολισθήσει» σε εργαλείο χειραγώγησης, εκμετάλλευσης και κοινωνικού ελέγχου, προοπτική που απορρίπτεται συλλήβδην από την έννομη τάξη. Για παράδειγμα, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να αποτελέσουν μηχανισμούς εκμετάλλευσης μεμονωμένων ατόμων ή κατηγοριών προσώπων, με βάση χαρακτηριστικά που τα καθιστούν περισσότερο ευάλωτα στην εκμετάλλευση, όπως η ηλικία, η αναπηρία, η κοινωνική ή οικονομική κατάσταση, η εθνοτική προέλευση ή η θρησκεία.

Για τον λόγο αυτόν, στο σύνολο των διατάξεων και των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού, προτάσσεται ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης, με απώτατο στόχο την αύξηση της ανθρώπινης ευημερίας. Με άλλα λόγια, ο κανονισμός αποσκοπεί στην καθιέρωση ενός συνεκτικού και υψηλού επιπέδου πλαισίου προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στον τομέα της δικαιοσύνης, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να αποδίδεται στην προστασία του ατόμου από τεχνικές ενοχοποίησής του, βάσει κατάρτισης «προφίλ», μέσω της χρήσης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης. Και τούτο, διότι ένα χαρακτηριστικό είτε μόνο του είτε συνδυαστικά με άλλα, δεν οδηγεί πάντα στην εμπλοκή του προσώπου που το/τα φέρει σε εγκληματική ενέργεια. Με άλλα λόγια, στοιχεία, όπως η ιθαγένεια, ο τόπος γέννησης, ο τόπος διαμονής, ο αριθμός των παιδιών, το ύψος του χρέους ή το είδος του αυτοκινήτου ενός ατόμου, άνευ ανθρώπινης αξιολογήσεως και κρίσεως και δη στη βάση συγκεκριμένου περιστατικού, ουδόλως μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστο -πόσο μάλλον αποδεκτό από τη δικαιοσύνη- έρεισμα για την ενοχοποίηση ενός ανθρώπου. Άλλωστε, κορωνίδα του Ποινικού Δικαίου αποτελεί το τεκμήριο της αθωότητας, βάσει του οποίου κάθε άτομο θα πρέπει πάντα να κρίνεται με βάση την πραγματική συμπεριφορά του.

Επομένως, η χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης στη δικαιοσύνη θα πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς, καθώς η δικαιοσύνη αποτελεί την ενσάρκωση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Παράλληλα, δε νοείται απονομή δικαιοσύνης δίχως τη διασφάλιση του σεβασμού των ατομικών ελευθεριών και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που περιλαμβάνει και την προσφυγή σ’ ένα αμερόληπτο δικαστήριο.

Υπό την έννοια αυτή, πράγματι, η λελογισμένη και σαφώς καθορισμένη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης δύναται να επικουρήσει τη δικαιοσύνη, υποκείμενη, βεβαίως, σε περιορισμούς και σταθμίσεις συμβατούς με την εν γένει λειτουργία της δικαιοσύνης. Ποτέ, όμως, δε θα μπορέσει -και δεν πρέπει να μπορέσει- να υποκαταστήσει την ανθρώπινη κρίση στην τελική λήψη των αποφάσεων. Αυτό θα είναι μία πολύ επικίνδυνη εκτροπή της δικαιοσύνης.

* Της Αικατερίνης Γανίδη, Δικηγόρου Παρ’ Αρείω Πάγω

** Δημοσιεύτηκε στην έντυπη μορφή της εφημερίδας Ελευθερία την Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025